Image

 

­­­­Στην Αθήνα είχε κατέβει για δουλειές. Με το πρωινό τρένο. Εδώ και αρκετά χρόνια είχε μετακομίσει στην επαρχία. Η ζωή εκεί λίγο πιο απλή, λίγο πιο ήρεμη… Στην πρωτεύουσα κατέβαινε πια για να δει τους δικούς της, κάποιο φίλο, μία παράσταση… και σχετικά σπάνια για κάποια δουλειά.

Χρόνια είχε να κάνει βόλτα από το σημείο εκείνο… Ένα σημείο που είχε συνδέσει τα φοιτητικά της χρόνια… Οι γύρω δρόμοι είχαν τα ίδια ονόματα αλλά τα περισσότερα μαγαζιά είχανε αλλάξει… Είχανε γίνει υποκαταστήματα μεγάλων αλυσίδων.

Εκεί στο στενό ήτανε και το μαγαζάκι «ο ιταλικός καφές», ένα μαγαζάκι πολύ μικρό. Από τη μια μία μικρή μπάρα -που ήταν ο ιδιοκτήτης του- και έφτιαχνε τους καφέδες και από την άλλη, ένας πάγκος -στο τοίχο- με λίγα σκαμπό… Τις ημέρες με καλό καιρό έβγαζε και ένα -αλουμινένιο, πτυσσόμενο- τραπέζι με δύο καρέκλες σκηνοθέτη… Δεν ήταν για να κάτσεις πολύ, ένα καφεδάκι στα γρήγορα την ώρα που πήγαινες δουλειά, ή πριν το μάθημα, στο πανεπιστήμιο και στο διάλειμμα.

Ο ιδιοκτήτης του, που ήταν και αυτός που έφτιαχνε τους καφέδες, ιδιότροπος, με πολύ συγκεκριμένη άποψη για τον καφέ και οι καφέδες συγκεκριμένοι και γινόντουσαν μόνο με τη μηχανή του εσπρέσο. Από εκεί και το όνομα, αντί για φίλτρου, αμερικάνικος, εσπρέσο μονός και διπλός, καπουτσίνο έφτιαχνε μόνο σε κάποιο φίλο από τα γύρω μαγαζιά. Μερικές φορές που δεν είχαν δουλειά, την άραζαν στο μαγαζάκι και του έκαναν παρέα… Όχι ζάχαρη, όχι γάλα, αν θες να πιεις καφέ και για ντεκαφεϊνέ ή κρύο καφέ ούτε κουβέντα. Όταν έμπαιναν μερικοί που δεν τον ήξεραν και του το ζήταγαν, τους ρωτούσε αν ήθελαν να τους κεράσει χαμομήλι ή αναψυκτικό…

Σε όλη τη παρέα τότε που ήταν από το πανεπιστήμιο εκείνος τους είχε μάθει πώς να πίνουν καφέ. Τους μίλαγε για τα χαρμάνια, για τις μηχανές και το πώς να τον φτιάχνουν σωστότερα σπίτι τους… Τους είχε μάθει μέχρι και ποια ήταν τα καλά καφεκοπτεία. Τους έλεγε πως αν ακούτε για καινούρια, -ότι πουλάνε καλό καφέ- πάντα να τον δοκιμάζετε, να κρίνετε μόνοι σας… Τους βοηθούσε ακόμα και όταν μερικά παιδιά έψαχναν να βρουν δουλειά, -παράλληλα με τη σχολή τους- και να βγάζουν κάποια από τα έξοδα. Περνούσαν από το μαγαζί και τους μάθαινε πως λειτουργεί η μηχανή, πως πετυχαίνεις το αφρόγαλα και άλλα τέτοια της δουλειάς.

Τώρα στεκόταν έξω από το μαγαζί, ο δρόμος είχε πεζοδρομηθεί και το «ο ιταλικός καφές» είχε μεταμορφωθεί σε ένα κατάστημα αλυσίδας καφέ take away… Οι καρέκλες -έξω- είχαν αυξηθεί, και ο χώρος μέσα ήταν μεγαλύτερος… Μάλλον είχαν αγοράσει -μαζί με το μαγαζί- και το διπλανό… Γκρέμισαν τους τοίχους και άνοιξαν λίγο παραπάνω το χώρο. Όχι ότι χωρούσε πολύ περισσότερους ανθρώπους, αλλά χώρεσαν οι πάγκοι και τα ψυγεία με τις βιτρίνες που έβλεπες καθετί από φαγητό, γλυκό που είχε το μαγαζί να σου προσφέρει…

 Έκατσε μπροστά από τον υπάλληλο που ήταν μπροστά από τη ταμειακή μηχανή… «Τι καφέ θα πάρετε;»… Τι καφέ να πάρει άραγε; Ποιός ήταν ο καφές που έκαναν καλά, όταν είχαν περίπου είκοσι διαφορετικές επιλογές και άλλες είκοσι μετατροπές;… Φαντάστηκε πως ότι καφέ και να ζητούσε θα τον έφτιαχναν ουδέτερο, άντε λίγο καλύτερα ίσως… Παρήγγειλε έναν εσπρέσο… Την ώρα που την εξυπηρετούσαν, ρώτησε -μήπως ήξεραν- τι απέγινε το μαγαζάκι που ήταν προηγούμενα εκεί. Κανείς δεν ήξερε γιατί τους μιλούσε. Οι περισσότεροι που δούλευαν εκεί, δούλευαν μόλις μερικούς μήνες, -άντε κάνα χρόνο ο ποιο παλιός- και ποτέ κανένας δεν είχε ρωτήσει να μάθει τι είχε γίνει το παλιό καφέ, ούτε που το ήξεραν δηλαδή… «Δεν πειράζει» τους είπε, τους ευχαρίστησε, πήρε το καφέ της και βγήκε στον πεζόδρομο…

Περπατούσε για να προλάβει το ραντεβού της, με μια μικρή δόση νοσταλγίας και θλίψης για όλα αυτά που αλλάζουν, για τα περασμένα…

 

στράτης πι

___

Advertisements