Image

Κάθε πρωί πήγαινε και το άνοιγε, μαγαζί βινυλίων και μόνο και όχι από όλα τα είδη, μόνο μουσικές που του άρεσαν, rock n’ roll, rock, ψυχεδελική, glam, punk, post punk, progressive, blues, κάτι ελάχιστους δίσκους jazz και καθόλου κλασσική μουσική. Όχι γενικά τέτοιες μουσικές, συγκεκριμένους δίσκους, μόνο αυτοί που του άρεσαν. Θεωρούσε πως μπορούσε να πουλάει μόνο ότι του άρεσε να ακούει.

Το μαγαζί το είχε περίπου τριάντα χρόνια τώρα, από τότε που είχε παρατήσει τη σχολή του, όταν ακόμα έπαιζε μουσική σε ένα τότε συγκρότημα, είχε βρει το χώρο σε προσφορά, ένα ημιυπόγειο που πριν ήταν παντοπολείο. Το είχε θεωρήσει καλή ιδέα… να πουλάει μουσικές που του άρεσαν σε αυτόν και στους φίλους του, να έχουν ένα δικό τους χώρο για να διακινούν τους δίσκους που σε εκείνους άρεσαν.

Τα πρώτα χρόνια ήταν κάπως έτσι, πήγαινε κόσμος, συζητούσε μοιράζονταν τη γνώση και τη γνώμη τους, έκαναν τις προτάσεις τους και τα ψαξίματα τους, άκουγαν αποσπασματικά τραγούδια από τους δίσκους του μαγαζιού σε φορητές συσκευές αναπαραγωγής με τα ακουστικά τους και όταν γυρνούσαν στο σπίτι τους με ένα καινούριο βινύλιο το έβαζαν και άκουγαν μια καινούρια μουσική από την αρχή μέχρι το τέλος ενός δίσκου που δεν είχαν ξανακούσει. Όσο περνούσε όμως ο καιρός όλο και λιγότερη πελατεία είχε, κάποιοι λίγοι της ηλικίας του που είχαν ακόμα εμμονή με τους δίσκους βινυλίου και μερικοί πιτσιρικάδες που ξέθαβαν κάποιο παλιό πικ απ από την αποθήκη των γονιών τους και θέλαν να το λειτουργήσουν, τώρα οι πελάτες έμπαιναν μέσα κοίταζαν λίγο αποφάσιζαν και το έπαιρναν, τη μουσική την είχαν ήδη ακούσει και απλά την έπαιρναν να την ακούν και σε βινύλιο, χωρίς την έκπληξη του καινούριου.

Τον τελευταίο καιρό, κάθε φορά που έκλεινε το βράδυ, αισθανόταν σαν ένας βασιλιάς ενός βασιλείου που είχε πλέον ξεχαστεί, σε λίγο καιρό θα έκλεινε μόνιμα το μαγαζί και θα έβγαινε στη σύνταξη.

στράτης πι

___

Advertisements